Ερμηνεία: αυτός που δεν κουράζεται, δεν τεμπελιάζει
Προέλευση: από το αρχαίο ἄοκνος
Αρσενικό: Ενικός: άοκνος Πληθυντικός: άοκνοι
Θηλυκό: Ενικός: άοκνος Πληθυντικός: άοκνοι
Ουδέτερο: Ενικός: άοκνον Πληθυντικός: άοκνα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.