Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αοίτικος (ο) [Αντωνυμία]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αοίτικος , 2. αΐτικος Προφορά: αοίτικος
  1. τέτοιος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Όφεως, Σουρμένων

    Παράδειγμα:
    Αοίτικα δουλείας να ’χω πάντα ώσποι ζώ.

Παρατηρήσεις - Σχόλια