Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη αλατζάκ
Παράδειγμα: Τ’ αλατσ̌άχ’ σο βα̤ρα̤τσ̌άχ’ ’κί πάει. (δεν μπορεί κανείς να βασιστεί σε εκείνα που του χρωστούν για να πληρώσει εκείνα που χρωστά)
Υποκοριστικό: αλατσ̌αχόπον
Ενικός: το /τ' αλατσ̌άχ' Πληθυτνικός: τα / τ' αλατσ̌άχια