Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αλατσαλής (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αλατσ̌αλής Προφορά: αλατσαλής
  1. πολύχρωμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Τα κορτσ̌όπα τ’ εμέτερα φορούν αλατσ̌αλία.

Παρατηρήσεις - Σχόλια