Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Τα κορτσ̌όπα τ’ εμέτερα φορούν αλατσ̌αλία.
Αρσενικό Ενικός: αλατσ̌αλής Πληθυντικός: αλατσ̌αλήδες
Θηλυκό: Ενικός: αλατσ̌αλήσα Πληθυντικός: αλατσ̌αλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: αλατσ̌αλίν Πληθυντικός: αλατσ̌αλία
Σχόλια: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.