Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αλαπή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αλα̤πή Προφορά: αλεαπή
  1. πήχυς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εγόρασα τρία αλα̤πία πασμάν'.

    Υποκοριστικό:
    αλα̤πόπον

Παρατηρήσεις - Σχόλια