Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αλαμάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αλα̤μά̤τ Προφορά: αλεαμεάτ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    πολύ μεγάλος

    Προέλευση:
    τουρκική

    Χρήση από:
    Π. Μελανοφρύδη

    Παραδείγματα:
    1) Πολλά κι ολίγα άλα̤μά̤τα̤ είδα, άμον ατά ’κ’ εμοίαζαν.
    2) Αλα̤μά̤τ’ άρθωπος. (πολύ μεγάλος)
    3) Έφαγαν άλα̤μά̤τα̤, (υπέρ το δέον)

Παρατηρήσεις - Σχόλια