Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

άλαλος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: άλαλος Προφορά: άλαλος
  1. άφωνος, μουγκός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    αρχαίο επίθετο άλαλος

    Παράδειγμα:
    Άλαλος κι αμίλαλος και γαλενόν ποτάμ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια