Προέλευση: αρχαίο επίθετο άλαλος
Παράδειγμα: Άλαλος κι αμίλαλος και γαλενόν ποτάμ’.
Αρσενικό: Ενικός: άλαλος Πληθυντικός: άλαλοι
Θηλυκό: Ενικός: άλαλος, άλαλέσα Πληθυντικός: άλαλοι
Ουδέτερο: Ενικός: άλαλον Πληθυντικός: άλαλα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.