Παράδειγμα: Τ’ οσπίτ’ν ατουν πολλά αλάλαχον έν’.
Παράγωγο επίρρημα: αλάλαχα = ευρύχωρα, άνετα
Αρσενικό: Ενικός: αλάλαχος Πληθυντικός: αλάλαχοι
Θηλυκό: Ενικός: αλάλαχος Πληθυντικός: αλάλαχοι
Ουδέτερο: Ενικός: αλάλαχον Πληθυντικός: αλάλαχα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.