Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αλαϊλής (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αλαϊλής Προφορά: αλαϊλής
  1. ευρύχωρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Τ’ οσπίτ’ν ατουν αλαϊλίν έν’.

    Παράγωγο επίρρημα:
    αλαϊλία = αραιά, ευρύχωρα

Παρατηρήσεις - Σχόλια