Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αύλια (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αύλια , 2. αύλα̤ Προφορά: αύλια
  1. αυλή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό αυλή

    Παραδείγματα:
    1) Ο Χάροντας εκόνεψεν ση Καρτερής την αύλιαν.
    2) Θολά ποτάμα̤ εσ̌κίζαν την αύλια μ' κι εδεβαίναν.

  2. αυλή Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια