Ερμηνεία: χωρίς κλειδιά, ανοιχτά
Ποιητικό
Προέλευση: α στερητικό και κλειδί
Παράδειγμα: Ευρήκ’ τα πόρτας ανοιχτά, τα παραθύρα̤ ακλείδα̤.
Ουδέτερο: Ενικός: ακλείδιν, ακλείδ' Πληθυντικός: ακλείδα̤
Σχόλιο: Εύχρηστο κυρίως στο ουδέτερο, λόγω της σημασιολογίας του λήμματος.