Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
αποκόλισμαν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αποκόλλισμαν
Προφορά: αποκόλισμαν
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Ερμηνεία:
αποκοπή, παύση θηλασμού
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
αποκόλλιμαν (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια