Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χαμουράζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. χαμουρά̤ζω , 2. χαμουριάζω Προφορά: χαμουρεάζω
  1. 1) γίνομαι μαλακός, απαλός όπως η ζύμη 2) ωριμάζω πολύ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. υπερωριμάζω, κομματιάζω γίνομαι μαλακός, απαλός όπως το ζυμάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική Φωνή:
    χαμουριάουμαι (γίνομαι εύθραυστος, διαλύομαι, αισθάνομαι σωματική ατονία, λυπάμαι κάποιον)

Παρατηρήσεις - Σχόλια