χαμαλίκ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χαμαλίκ'
Προφορά: χαμαλίκ
-
βαρειά, βάναυση εργασία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
αγγαρεία
1) βαρειά δουλειά
2) το επάγγελμα του αχθοφόρου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης