Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαμαλίκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαμαλίκ' Προφορά: χαμαλίκ
  1. βαρειά, βάναυση εργασία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. αγγαρεία 1) βαρειά δουλειά 2) το επάγγελμα του αχθοφόρου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη hamalik

Παρατηρήσεις - Σχόλια