Παράδειγμα: Τρώει άμον χαμάλτς'. (πάρα πολύ)
Ομμόριζα - Παράγωγα: χαμαλίκ ή χαμαλούχ (βαρειά, βάναυση εργασία)
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη hamal