Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χαμαέλαδον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαμαέλαδον Προφορά: χαμαέλαδον
  1. δαμάλι που θα γεννήσει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κεπέκλησες, Τρίπολης

    Παράδειγμα:
    Είχͮεν έναν χαμαέλαδον και ενεμένεν να γεννά.

Παρατηρήσεις - Σχόλια