Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χαλκοπούλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. χαλκοπούλ' , 2. χαλκοπούλλ Προφορά: χαλκοπούλ
  1. μικρό χάλκινο λεβέτι με ένα χερούλι για μαγείρεμα, όχι νερουλών φαγητών (σ̌ιρβά, μυλιαστά, λάχανα κλπ). Τα νερουλά μαγειρεύονταν σε μεγαλύτερο λεβέτι, τρανόν χαλκόν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Το κιφάλ'ν ατ'ς χαλκοπούλ', πολλά βίον φά και πούλ'.
    2) Το χαλκοπούλ' ακομάν 'κ' εχαλάϊεσα (κασιτέρωσα).

  2. καζανάκι μικρός χάλκινος κάδος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    χαλκοπούλλ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια