Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συνεκνέσιον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: συνεκνέσιον Προφορά: συνεκνέσιον
  1. συνοικέσιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Α. Ασιατίδη

    Παράδειγμα:
    Θα παίρ’ ατέν και συνεκνέσιον ’κ’ έχω.

Παρατηρήσεις - Σχόλια