χαλκοπέπενον (το) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: χαλκοπέπενον'
Προφορά: χαλκοπέπενον
-
αυτός που έχει χρώμα χαλκού από ωρίμανση
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
1) ο πολύ ώριμος
2) αυτός που έχει χρώμα χαλκού λόγω ωρίμανσης
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης