Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

συμπεθεριάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: συμπεθεριάζω Προφορά: συμπεθεριάζω
  1. συμπεθεριάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Αν ’κ’ εμοίαζάνε ’κ’ εσυμπεθερίαζανε.

  2. γίνομαι συμπέθερος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια