Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συκοκούρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: συκοκούρ' Προφορά: συκοκούρ
  1. κουρίν κούτσουρο της συκιάς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Όφεως

    Απαντά σε σατυρικό άσμα

    Παράδειγμα:
    Έντρισεν το συκοκούρ’, σαγ ολσούν καστανοκούρ’. (παντρεύτηκε η γεροντοκόρη, ας είναι καλά το γεροντοπαλίκαρο)

Παρατηρήσεις - Σχόλια