Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαλαρδία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαλαρδία Προφορά: χαλαρδία
  1. πλημμύρα που κουβαλεί και πέτρες και άλλα υλικά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Θα παίρ' δεβάζ' κα το λειβάδ' με τ' έναν χαλαρδία.

  2. πλημμύρα, θεομηνία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. 1) πλημμύρα ορμητικού χείμαρρου 2) η γη που παρασύρεται στα κατωφερή (κατηφορικά) μέρη από τη βροχή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευη:
    από το αρχαίο ουσιαστικό χαράδρα

Παρατηρήσεις - Σχόλια