χαλαρδία (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χαλαρδία
Προφορά: χαλαρδία
-
πλημμύρα που κουβαλεί και πέτρες και άλλα υλικά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
πλημμύρα, θεομηνία
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
1) πλημμύρα ορμητικού χείμαρρου
2) η γη που παρασύρεται στα κατωφερή (κατηφορικά) μέρη από τη βροχή
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης