Ερμηνεία: η μετοχή αφορισμένος έχασε την αρχική σημασία της και σημαίνει τον έξυπνο ή πονηρό, τετραπέρατο
Παραδείγματα: 1) Αφορισμένος έν’ άς σό χͮερ’ν ατ’ τιδέν ’κί γλιτών’. 2) Τ’ αφορισμενόπον, παλαλά ευτάγω για τ’ ατό.