πατσαβούρα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πατσαβούρα
Προφορά: πατσαβούρα
-
κουρέλι
1) ξύλινη ράβδος με πανιά δεμένα στην άκρη, για καθαρισμό του φούρνου προτού φουρνίσουν
2) άνθρωπος αχρείος (μεταφορικά)
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης