Παράδειγμα: Όνταν κρούει ο ζαυκότσ̌ον η ώρα εννέα, γνέφιξο με.
Ενικός: ζαυκότσ̌ος Πληθυντικός: ζαυκότσ̌οι / ζαυκότσ̌'