πασλούκ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πασ̌λούκ'
Προφορά: πασλούκ
-
η προσωπίδα του αλόγου μαζί με το χαλινάρι
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
η κουκούλα ή άλλο κάλυμμα του κεφαλιού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)