Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κεράζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κεράζω Προφορά: κεράζω
  1. κερνώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. κερνώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    προσφέρω πιάτο, γλυκό

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα κεράννυμι

    Παράδειγμα:
    Άν έρθετεν, φαΐν, ποτήν, φαΐζω και κεράζω.

Παρατηρήσεις - Σχόλια