Επιπλέον Ερμηνεία:
χύνω.
Παθητική Φωνή:
κενούμαι= χύνομαι έξω.
Προέλευση:
από το αρχαίο κενόω - ω, που έχει την ίδια έννοια και την πρόσθετη: αδειάζω, δημιουργώ κενόν
Σχόλια:
Αόριστος: εκένωσα
Παρατατικός: εκένωνα
Μέλοντας: θα κενώνω
Προστακτική: κένωσων!
Παράγωγο επίθετο: κενωμένος-ν'τσα-ον
Ουσιαστικό: το κένωμαν
Παράδειγμα:
Κένωσων ας τρώγουμε!
Αναφορά:
Ξέρξης κενώσας πάσαν ηπείρου πλάκα.... (Αισχύλου Πέρσαι)