Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κελεπούρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κελεπούρ' Προφορά: κελεπούρ
  1. κελέπουρι. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    ανέλπιστο εύρημα, εμπόρευμα σε τιμή ευκαιρίας.

    Προέλευση:
    από το τουρκικό, kelepir.

    το κελεπούρ(ι).

  2. ευκαιρία προς εκμετάλλευση Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια