Ερμηνείες: 1) αποθηκάριος τροφίμων 2) επόπτης του γαμήλιου τραπεζιού 3) διανομέας των τροφίμων.
Προέλευση: από το ουσιαστικό κελάρ'
Παράδειγμα: Σο χρόνον απάν’ εποίκεν ατον κέλαρον.