Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καχλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: καχλίζω Προφορά: καχλίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    φτύνω το φλέγμα μου.

  2. αποχρέπομπαι αποπτύω φλέγμα, βήχοντας Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο καγχαλίζομαι και καγχαλάω, γελώ με καγχασμό, πλατειά, ηχηρά, σαρκαστικά.
    Πλέον πιθανή είναι η προέλευση του από το γάγγλιον - με την τροπή του γ σε κ. Γαγγλίζω, καγγλίζω, καγχλίζω και τέλος καχλίζω.
    < Λεμφογάγγλια παρειακά, ινιακά, υπογνάθια, εν τω βάθει τραχηλικά παρά την έσω σφραγίτιδα και έσω καρωτίδα και γαγγλιώδη μυξώδεα>
    < καγχαλόωσι Αχαιοί - οι Αχαιοί καγχάζουν (Ιλιάδος Γ43)>

    Παράγωγα:
    1) καχλέας = ο επιρρεπής στις αποχρέμψεις
    2) κάχλα= το απόχρεμμα, η ροχάλα

    Χρόνοι:
    παρατατικός εκάχλιζα
    μέλλοντας θα καχλίζω
    αόριστος εκάχλισα

    Προστακτική:
    κάχλισον!

Παρατηρήσεις - Σχόλια