Ερμηνεία: τρέφω από μικρό
Παράδειγμα: Ενέστεσεν τ' ορφανόν κι εξέγκεν ατο σο μεϊτάν'.
Ενεστώτας: ανασταίνω Παρατατικός: ενεσταίν'να Μέλλοντας: θα ανασταίνω Αόριστος: ενέστεσα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.