Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσουπώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσουπώνω Προφορά: τσουπώνω
  1. κλείνω, τελειώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Ετσούπωσεν όλια τα τρυπία. (κλείνω)
    2) Έχͮ’ και τσουπών’ τ’ ορτάρ’. (τελειώνω)

  2. κλειδώνω, κλείνω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια