Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πίστ (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πίστ' Προφορά: πίστ
  1. πίστη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. εμπιστοσύνη, αφοσίωση, πίστη θρησκευτική πίστη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαιοελληνικό πίστις

    πίστ(η)

Παρατηρήσεις - Σχόλια