Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πιρλάσεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πιρλά̤σεμαν Προφορά: πιρλεάσεμαν
  1. ενούμαι με άλλους πολλούς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Σχόλιο:
    παράγωγο του ρήματος πιρλα̤σεύω

Παρατηρήσεις - Σχόλια