Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ανέφορος (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. ανέφορος , 2. ανέφορον
Προφορά: ανέφορος
ανήφορος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Σαντάς
ανήφορος
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
ανέφαρος (ο)
ανήφορος (ο)
ανηφόρ (το)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: ο ανέφορος
Πληθυντικός: οι ανέφοροι
Παρατηρήσεις - Σχόλια