Παράδειγμα: Καλόν κι έμορφον τόπος τη Κρώμ' άμα ανευλόετον.
Αρσενικό: Ενικός : ανευλόετος Πληθυντικός : ανευλόετοι
Θηλυκό: Ενικός : ανευλόετος Πληθυντικός : ανευλόετοι
Ουδέτερο: Ενικός : ανευλόετον Πληθυντικός : ανευλόετα
Σχόλιο: Αναλογικός, σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.