Ερμηνείες: 1) πατώ στραβά (Σαντά) 2) λοξοδρομώ, βγαίνω από τον ίσιο δρόμο (Άδισσα)
Παράδειγμα: Εζαροπάτεσεν κι ερούξεν. (πατώ στραβά)
Ενεστώτας: ζαροπατώ Παρατατικός: εζαροπάτεινα / εζαροπάτ'να Μέλλοντας: θα ζαροπατώ Αόριστος: εζαροπάτεσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.