παντζεχίρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: παντζ̌εχίρ'
Προφορά: παντζεχίρ
-
πανάκεια
μικρές πέτρες στρόγγυλες που εύρισκαν μέσα στα εντόσθια των ζώων, και από τις οποίες έξυναν και έριχναν στο νερό ή ρακί του αρρώστου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)