στάμαν (το) [Ουσιαστικό, Επίρρημα]
Γραφή στην Ποντιακή: στάμαν (το, η)
Προφορά: στάμαν
-
θερινός βιότοπος επάνω στα βουνά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
πρώτη του μηνός
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)