η γυναίκα (συνήθως μεσοκαιρίτσα) που περιποιόταν στο παρχάρι είκοσι και περισσότερα αγελάδια και άλλα τόσα στείρα με πληρωμή κατά κεφαλήν οποτε τα κτηνοτροφικά προϊόντα (βούτηρο, τσορτάνια, μυζήθρα) ανήκαν στους ιδιοκτήτες των αγελάδων οι οποίοι όμως υποχρεούντο να πληρώνουν το βοσκό, το φόρο (σαΐμ) ή κατ' αποκοπήν. Η παρχαρέτ'σα θα δώσει τόσες οκάδες βούτυρο, τόσα τσιορτάνια και τόση μυζήθρα, οπότε όλα τα έξοδα ήταν δικά της. Λεγόταν και παρχαρομάνα. Στην ποίηση ονομάζονταν και ρομάνα.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)