κομμάτιχρονικό διάστημαΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παραδείγματα:
1)Αλήγορα τα παράδας (δός), θ' εφτάγω σε χͮιλ' παρτσ̌άδας. (κομμάτι)
2) Ετέρεσαν έναν παρτσ̌άν, εστάθαν έναν παρτσ̌άν. (χρονικό διάστημα)
κομμάτι, τεμάχιοΠηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
κομμάτι, τεμάχιοΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης