Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παρτσά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παρτσ̌ά Προφορά: παρτσά
  1. κομμάτι χρονικό διάστημα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1)Αλήγορα τα παράδας (δός), θ' εφτάγω σε χͮιλ' παρτσ̌άδας. (κομμάτι)
    2) Ετέρεσαν έναν παρτσ̌άν, εστάθαν έναν παρτσ̌άν. (χρονικό διάστημα)

  2. κομμάτι, τεμάχιο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. κομμάτι, τεμάχιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια