Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παρουνεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: παρουνεύκουμαι Προφορά: παρουνεύκουμαι
  1. παρινεύκουμαι, ζω περνώ τη ζωή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κοτύωρα

    Παράδειγμα:
    Εδούλευεν αργάτες σα καπνά και επαρουνεύκουτον.

  2. 1) είμαι ακατάδεκτος 2) ζω σε οικονομικές στενοχώριες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια