φοτοδέματα (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: φοτοδέματα
Προφορά: φοτοδέματα
-
Δέματα πλεγμένα με χρωματιστές κλωστές από τις ίδιες τις γυναίκες, για να δέσουν τη φοτά (ποδιά) τους. Στην άκρη τους είχαν τα κασίκια.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)