Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πλανώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πλανώ Προφορά: πλανώ
  1. παραπλανώ, πλανώ, απατώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Ο Δά̤βολον επλάνεσεν την Εύαν. (παραπλανώ)
    2) Ο δά̤βολον εθέλεσεν να πλανά τοί καλοέρ'τς. (πλανώ, απατώ)

  2. απατώ κάνω κάτι από πλάνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα πλανώ

Παρατηρήσεις - Σχόλια