Επιπλέον Ερμηνεία: ξερό ψωμί
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη cerez
Ερμηνεία: κόρα (ψωμιού)
Παράδειγμα: Δόντα̤ ’κ’ έχͮ’, άμα κερέτσ̌α̤ μασά.