Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ευριάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ευριάτ' , 2. ευρά̤τ' Προφορά: ευριάτ
  1. η αμοιβή αυτού που βρήκε κάτι που άνηκε γνωστό πρόσωπο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    ευριάτ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια