Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ευλαβής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ευλαβής Προφορά: ευλαβής
  1. θρήσκος, θεοσεβής αυτός που σέβεται τα θεία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια