Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοστουρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κοστουρεύω Προφορά: κοστουρεύω
  1. 1) δίνω γρήγορη φορά στο άλογο 2) τρέποντας σε φυγή, καταδιώκω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kosturmak

Παρατηρήσεις - Σχόλια