Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ανησυχώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ανησυχώ Προφορά: ανησυχώ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) είμαι ανήσυχος, δεν έχω ησυχία
    2) κάμνω τον άλλο να ανησυχεί

    Παραδείγματα:
    1) Έμαθα ερρώστεσεν αδελφό μ' και ενησύχησα. (Είμαι ανήσυχος, δεν έχω ησυχία.)
    2) Με τα κλαψίγματα ενησύχησε μας. (Κάμνω τον άλλο να ανησυχεί.)

    Παράγωγο:
    ανησύχεμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια